Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Οι αρουραίοι του μίσους

Ήταν 8 το απόγευμα της 24ης Ιουνίου του 2010 όταν το πακέτο που άνοιγε ο Γιώργος Βασιλάκης, υπασπιστής του τότε υπουργού δημοσίας τάξης, εξερράγη δολοφονώντας τον. Λίγες μέρες μετά, ένα από τα συνθήματα που ακούγονταν με λυσσαλέα οργή στην πλατεία του μίσους ήταν «πακέτο στη Βουλή».

Πέρασαν τα χρόνια. Γίνανε πολλά, πάρα πολλά. Ο πολιτικός κόσμος και οι θεσμοί αντιμετώπιζαν τις επιθέσεις, μικρές ή μεγάλες, από δήθεν αυθόρμητους αγανακτισμένους πολίτες σιωπηλά και καρτερικά. Ωσάν να ήταν το τίμημα του Σίσυφου.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Κατέλαβε την εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι επιθέσει σταμάτησαν. Οι πλατείες σιώπησαν. Το μίσος φάνηκε να υποχωρεί. Και όχι πως όλοι δεν καταλάβαμε, αλλά κρατήσαμε το πιο αισιόδοξο: την εκτίμηση περί αισθητής υποχώρησης του συλλογικού μίσους, με την ελπίδα να τείνει αυτό το μίσος πια να εξαφανιστεί στο όνομα της αλήθειας.

Την Πέμπτη 25 Μαΐου, στις 7 το απόγευμα, μια είδηση μεταδίδεται από τον έναν στον άλλο: εξερράγη αυτοκίνητο στην Γ’ Σεπτεμβρίου με επιβαίνοντα τον Λουκά Παπαδήμο. Για μία ώρα τουλάχιστον κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς είχε συμβεί και ποια μπορεί να είναι η κατάσταση του πρώην Πρωθυπουργού και των συνοδών του. Τα ΜΜΕ συμβατικά και μη, μετέδιδαν όλα τα πιθανά σενάρια, με φόβο για το χειρότερο. 

Στα social media όμως έκανε μετά από αρκετό καιρό την εμφάνιση του το μίσος, και πάλι. Ατόφιο, τυφλό μίσος. Οργανωμένο μίσος. Σα να μη άλλαξε τίποτα από τότε.

Σα πελώριοι αρουραίοι, κρυμμένοι όλα αυτά τα τελευταία χρόνια στους υπονόμους της πατρίδας μας, βγήκαν στο ξέφωτο λυσσασμένοι από την ηδονή του μίσους.  

(Θα μου επιτρέψετε να μην μεταφέρω τίποτα από όσα γράφηκαν. Όλοι τα είδαμε, ή έστω κάτι ακούσαμε. Και παρακαλώ, ας μην αναλωθούμε στα αυτονόητα. Φυσικά και σχετίζεται η δράση των τρομοκρατών με την άγρια χαρά αυτών του επιχαίρουν ή στοχοποιούν δια του λόγου. Διαφορετικά δεν θα μιλάγαμε για τρομοκρατία αλλά για κοινό έγκλημα.)

Τίποτα λοιπόν δεν έχει αλλάξει. Εδώ είναι. Το οργανωμένο μίσος είναι εδώ. Η υποδαύλιση του μίσους καλά κρατεί. Κάνουμε λάθος όσοι νομίζαμε πως έχουν καταλάβει πια κι ας μην το παραδέχονται. Τίποτα δεν έχουν καταλάβει. Τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Μα αλήθεια γιατί να είχε κάτι αλλάξει; Οι ηθικοί αυτουργοί του μίσους και των παράγωγών του δεν έχουν αλλάξει στάση όσον αφορά στο λόγο τους. Δεν έχουν ζητήσει συγνώμη, δεν έχουν πει «αδικήσαμε ανθρώπους», δεν έχουν δείξει ίχνος μεταμέλειας για όσα έκαναν όταν ήταν στις πλατείες ή όταν από το βήμα της Βουλής φώναζαν: «αυτοί που μας κυβερνούν δεν είναι και τόσο Έλληνες» (Τσίπρας, 20/2/2012). Μπορεί στην πράξη να κάνουν άλλα τώρα, όμως ο λόγος ο δήθεν αντιμνημονιακός είναι πάντα εδώ, με το όπλο παρά πόδα. Ο λόγος εναντίον των «παλιών», εναντίον αυτών που κράτησαν τη χώρα όρθια και εμπόδισαν την καταστροφή της, είναι πάντα παρόν, τον διατηρούν. Και οι στρατιές τους είναι σε ετοιμότητα, in limbo ίσως, σε λανθάνουσα μορφή, μέχρι τη στιγμή που θα χρειαστεί η αναβίωση του αντιμνημονιακού /αντισυστημικού μετώπου για ένα νέο ρεσάλτο.

Δεν συγχωρούν βλέπετε κάποιοι αυτούς που εμπόδισαν την καταστροφή της χώρας. Λογικό υπό μία έννοια. Είχαν επενδύσει τόσα σε αυτήν. Και εξακολουθούν.

Διότι ποιος είναι ο Λουκάς Παπαδήμος αλήθεια; Ένας πρώην τραπεζίτης, όπως λένε; Ένας απλός πρώην Πρωθυπουργός; Όχι. Είναι ο Πρωθυπουργός αυτός που σχημάτισε, σε συνθήκες ασύλληπτης ακόμη και σήμερα κρισιμότητας, την τρικομματική κυβέρνηση (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ), ώστε να ολοκληρωθεί το κούρεμα και η αναδιάρθρωση του χρέους και να συμφωνηθεί η δανειακή σύμβαση, με αντιπρόεδρο και υπουργό οικονομικών τον Ευ. Βενιζέλο- κι έτσι η χώρα να θωρακιστεί και να αντέχει ακόμα και σήμερα παρά τις προσπάθειες των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ για το αντίθετο.

Είναι αυτός ο Πρωθυπουργός που έβγαλε το διάγγελμα λίγες μέρες πριν ολοκληρωθεί η νέα δανειακή συμφωνία και το PSI, στις 11 Φεβρουαρίου 2012, εξηγώντας τι θα σήμαινε η καταψήφιση της συμφωνίας, η άταχτη χρεοκοπία και η επιστροφή στη δραχμή.

Τότε που οι νυν κυβερνώντες ως μαινάδες αλάλαζαν στην πλατεία Συντάγματος. Τότε που καίγονταν το κέντρο της Αθήνας- τα συντρίμμια του Αττικόν είναι εκεί για να θυμίζουν. Μα λίγοι πια θυμούνται. Λίγοι θυμούνται ότι το ιστορικό κτήριο του Αττικόν κάηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2012, την ημέρα που υπερψηφίζονταν το μεγαλύτερο κούρεμα χρέους που έγινε στην παγκόσμια ιστορία και η δανειακή σύμβαση των 177 δισ. ευρώ!

Προς αυτόν τον Πρωθυπουργό, αυτής της κυβέρνησης, έγινε η δολοφονική επίθεση. Μια τρομοκρατική επίθεση στην πραγματικότητα εναντίον όλων όσων κράτησαν τη χώρα όρθια.

Αλλά τι λέμε τώρα. Διαβάζοντας τις ανακοινώσεις των κομμάτων που είχαν σχηματίσει την κυβέρνηση Παπαδήμου, παρατηρώ πως ούτε καν οι νυν αρχηγοί αναγνωρίζουν πως τα κόμματα τους συμμετείχαν στην κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου. Ανακοινώσεις γενικόλογες, που θα ταίριαζαν σε οποιοδήποτε τρομοκρατικό χτύπημα σε οποιοδήποτε σημείο της γης. Κοινότοπες ανακοινώσεις που λένε πως όλοι μαζί ενωμένοι να αντιμετωπίσουμε την τρομοκρατία κτλ κτλ ... Μια τρομοκρατία που αντιμετωπίζεται ως ακραίο φυσικό φαινόμενο.

Για να μην μιλήσουμε για τις τυπικές δηλώσεις της κυβέρνησης ... που απλώς εύχονται βαριεστημένα «περαστικά».  Και όχι, δεν θα αναφερθώ στην πρώην πρόεδρο της Βουλής. Ο λόγος στους εισαγγελείς. Ο αντιρατσιστικός νόμος υπάρχει και για αυτά τα φαινόμενα.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, γιατί λοιπόν να μην βγουν πάλι στην επιφάνεια οι αρουραίοι του μίσους;

Οι τότε κυβερνώντες αμήχανοι από τη δυναμική του μίσους είχαν κάνει ένα κρίσιμο λάθος. Είχαν πιστέψει στο αγαθό και το αυθόρμητο των αντιδράσεων των αγανακτισμένων. Είχαν ενσωματώσει την ενοχή. Δεν είχαν καταλάβει την παγίδα που έστηναν διάφορα κόμματα και φορείς, τότε αντιπολιτευόμενα. Με σκυμμένο το κεφάλι φυγαδεύονταν και απολογούνταν για τα δημοσιονομικά μέτρα που αναγκάζονταν να πάρουν για τη διάσωση της Ελλάδας- όχι όλοι, οι περισσότεροι όμως. Υπάρχουν και κάποιοι που υπερασπίζονται με θάρρος και αξιοπρέπεια την αλήθεια.

Τότε αυτή ήταν η κατάσταση. Τώρα όμως όλοι ξέρουμε. Η δολοφονική επίθεση στον πρώην Πρωθυπουργό μας, Λουκά Παπαδήμο, δεν μπορεί πάλι να αντιμετωπιστεί με σιωπές. Δεν μπορεί να ξεχαστεί. 

Κι αν τα κόμματα και οι ηγεσίες τους δεν ξέρουν, δεν μπορούν ή δεν αντέχουν, το λόγο τον έχουν πάντα οι πολίτες. 

Η κοινωνία πρέπει να  στείλει το μήνυμα προστατεύοντας τη δημοκρατία από τους φανερούς ή κρυφούς εχθρούς της. Ας υπερασπιστούμε αυτούς που δεν δίστασαν να προστατεύουν τον τόπο μας με όποιο τίμημα και όποιο κόστος. Το σχέδιο της καταστροφής της χώρας μας δεν πρέπει να ολοκληρωθεί.

*Δημοσιεύεται στο capital.gr 


Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Ο κ. Τσίπρας θα φτάσει έγκαιρα στην ήττα του.

Βιαζόταν το κ. Πρωθυπουργός το βράδυ της Πέμπτης να μιλήσει.
Βιαζόταν να διεκπεραιώσει τα τυπικά καθήκοντά του στη Βουλή ως πρωθυπουργός και αρχηγός κόμματος.
Βιαζόταν να πει το γνωστό τροπάριο θυματοποίησής του, αυτό το χρήσιμο μεν εργαλείο επικοινωνίας, πεπερασμένης δε ισχύος όταν επαναλαμβάνεται μονότονα επί μακρόν - φταίνε τα κανάλια, φταίνε οι εφημερίδες, φταίνε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, φταίνε οι δημοσκόποι, φταίνε οι ξένοι, φταίνε οι άλλοι. 
Βιαζόταν να καταθέσει στο λιγοστό πια ακροατήριο του, ένα κάποιο αφήγημα δήθεν διαπραγματευτικής επιτυχίας πίσω από το οποίο θα έκρυβε το γεγονός ότι καλούσε την κοινοβουλευτική του ομάδα να ψηφίσει τη δέσμευση της χώρας με δύο ακόμη μνημόνια- το τρίτο plus και το τέταρτο. Μνημόνια μόνο με αντιαναπτυξιακά  και δυσβάσταχτα μέτρα, δίχως νέα δανειακή σύμβαση μετά το 2018, δίχως ορίζοντα εξόδου από την κρίση, και δίχως λόγο αν σκεφτεί κανείς που ήμασταν τον Γενάρη του 2015. Μνημόνια που χώνουν τη χώρα ακόμη πιο βαθιά στο απόλυτο αδιέξοδο.
Βιαζόταν ίσως και να βάλει σε εφαρμογή την «τελική λύση» όπως διαλαλούσε ανεπίγνωστα το σποτάκι που με περίσσια χυδαιότητα έδωσε στη δημοσιότητα το επιτελείο του για να παραπλανήσουν λίγο ακόμα όχι τόσο τον ελληνικό λαό, όσο τους εαυτούς τους. Δίχως όμως κανείς από αυτούς να σκεφτεί πως η φράση «τελική λύση» (final solution) έχει ιστορική φόρτιση τέτοια που ουδέποτε κανείς λησμόνησε  και τόλμησε να χρησιμοποιήσει ως πολιτικό σύνθημα- «Τελική λύση» ονόμαζαν οι Ναζί το Ολοκαύτωμα, την οριστική εξόντωση των Εβραίων. 

Βιαζόταν ο κ. Τσίπρας. Και δεν υπήρχε κανείς να ρωτήσει, γιατί βιάζεστε;  «Έτσι κι αλλιώς, θα φτάσετε έγκαιρα στην ήττα σας» .. όπως λέει ο καθηγητής Στέτεν απευθυνόμενος στο Ντόινο Φάμπερ, ηγετικό στέλεχος του ΚΚ Γερμανίας, στο βιβλίο «H Καμμένη Βάτος» του Μάνες Σπέρμπερ. «Ποτέ κανείς δεν φτάνει αργοπορημένος στην ήττα του», θα συμπληρώσει.

Ο κ Τσίπρας στην πρόσφατη ομιλία του στη Βουλή, φάνηκε πως γνωρίζει πια πολύ καλά ότι έχει τελειώσει. Ανόρεχτα και υποτονικά επαναλάμβανε φράσεις ως σκιά του παλαιότερου εαυτού του. Γνωρίζει αλλά δεν ανησυχεί. Μοιάζει να πιστεύει πως έχει χρόνο να απολαύσει την εξουσία και ίσως και να διαχειριστεί την ήττα του, ή και να την αναστρέψει. Ξέρει άλλωστε πως στην Ιστορία η περίοδος της παρακμής έχει πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από την περίοδο της ακμής. Χρόνο έχει λοιπόν, για επιπλέον ολέθρια σφάλματα, εναντίον του τόπου μας. Και δεν αντιλαμβάνεται, ακόμα και αυτή την ύστατη στιγμή, πως το μέγεθος και η αποτίμηση της δικής του ήττας, η οποία είναι μη αναστρέψιμη, βρίσκεται σε συνάρτηση με την ήττα της χώρας. Και πως όσο μεγαλύτερη η ήττα της χώρας, τόσο πιο μαύρη θα είναι η σελίδα στην Ιστορία, στην οποία θα καταγραφεί.

Μόνιμος σύμμαχος του κ Τσίπρα και των όμοιων του, σε αυτή την καθυστέρηση, οι «αδιάφοροι», το «ασφαλέστερο έρεισμα κάθε εξουσίας» όπως γράφει ο Μάνες Σπέρμπερ, «αυτοί που λαχανιάζουν κι εκεί που πάει να γίνει κάτι το σταματούν». Αυτοί οι συμπολίτες μας που σα κάπως να βρήκαν μια κάποια ασφαλή θέση σε αυτή την εθνική κατολίσθηση, και δεν αντιδρούν - ίσως να τους αδρανοποιεί και ο φόβος για το άγνωστο ή η κούραση. Και οι υπόλοιποι;- πολίτες και πολιτικοί. Περιμένουμε επίσης απλώς να φτάσει ο κ. Τσίπρας στην ήττα του;

Όμως η ήττα η δική του και της ιδεοληψίας του, δεν πρέπει να επιτρέψουμε να γίνει ολοκληρωτική ήττα της πατρίδας μας. Αναμένοντας απλώς, δεν διαμορφώνεις το μετά. Γίνεσαι και εσύ εν τέλει μέρος των αιτιών της εθνικής ήττας.

Ας σταματήσουμε να περιμένουμε λοιπόν. Η διαμόρφωση ενός εναλλακτικού σχεδίου πρέπει να γίνει άμεσα. Ενός εθνικού σχεδίου για την επόμενη μέρα, που ήδη ξεκίνησε.
Ο κ. Τσίπρας κέρδισε την εξουσία με ένα σύνθημα σχεδόν ανίκητο: «η ελπίδα έρχεται». Αυτή την ελπίδα επί δύο χρόνια, την ποδοπατά. Τώρα κανείς δεν ελπίζει. Και αυτή την ελπίδα πρέπει να ξαναζωντανέψουμε. Το δικαίωμα στην ελπίδα. Και αυτό θέλει ανατροπές πρωτίστως  στον τρόπο σκέψης.

* Δημοσιεύεται στο Capital.gr 



Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Κραυγή για τη Δημοκρατία μας

 Ήταν πριν 2 χρόνια και κάτι μήνες, μόλις ένα μήνα μετά τη θριαμβευτική εκλογή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, στις 24 Φεβρουαρίου 2015, όταν η τότε πρόεδρος της Βουλής, κα. Κωνσταντοπούλου, στην προσπάθειά της να προκαλέσει ευνοϊκή κοινοβουλευτική μεταχείριση υπέρ της Χρυσής Αυγής με στόχο να προκαταλάβει  τη δικαιοσύνη όσον αφορά στη δίκη του νεοναζιστικού κόμματος για τη δολοφονία Φύσσα, είχε καταγγελθεί από τον Ευ. Βενιζέλο για «κοινοβουλευτικό πραξικόπημα». Η ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ τότε αντέδρασε με αυτάρεσκα γέλια στα οποία απάντησε ο τότε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ με τη φράση «μην γελάτε... διότι, ολίγον κατ’ ολίγον διολισθαίνει η δημοκρατίας μας». Κι ήταν η πρώτη φορά που ακούστηκε στη Βουλή, ότι με τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ τίθεται ζήτημα δημοκρατίας.

Πέρασαν δύο χρόνια. Πολλά έγιναν. Πολλά που αφορούν την οικονομία, η οποία δέχεται αυτές τις μέρες ένα ακόμα  χτύπημα από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ με το υπέρογκο πρωτογενές πλεόνασμα - προϊόν της αποστράγγισης της ρευστότητας και του στραγγαλισμού της μεσαίας τάξης, τα νέα υφεσιακά μέτρα και τον εμπαιγμό με τα δήθεν αντίμετρα. Το τέταρτο μνημόνιο δίχως δάνειο είναι μια πραγματικότητα. Όμως πολύ περισσότερα έγιναν σε επίπεδο θεσμών και δημοκρατίας.

Η καταστρατήγηση των κοινοβουλευτικών διαδικασιών, οι ωμές παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη, οι επιθέσεις στα ΜΜΕ που αν μη τι άλλο είχαν ως αποτέλεσμα την απαξίωσή τους από τους πολίτες (ενδεικτική και οπωσδήποτε τρομακτική η καταγραφή από την Kappa Research του δείκτη εμπιστοσύνης των πολιτών σε φορείς του δημόσιου βίου, όπου την πρώτη θέση έχουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την τελευταία η πάλαι ποτέ κραταιά τηλεόραση!) είναι λίγα από αυτά που έχουν συμβεί. Ο κ. Τσίπρας και οι συνοδοιπόροι του καταλαμβάνουν το κράτος, ακυρώνοντάς το. Δημιουργώντας ένα μη-κράτος, στο οποίο αλωνίζουν ως συμμορία.

Τα όσα έγιναν προσφάτως γύρω από τη Βενεζουέλα και τον Μαδούρο, από τα περίεργα ταξίδια Παππά μέχρι την καταψήφιση του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με τους ευρωβουλευτές του ΚΚΕ και της ΧΑ, απλώς συγκεκριμενοποιούν και έτσι καθιστούν πιο ανάγλυφο τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει η δημοκρατία μας στην Ελλάδα.

Η παρέμβαση του Μίκη Θεοδωράκη θα έπρεπε να σημάνει συναγερμό, διαμορφώνοντας ένα νέο πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο εγρήγορσης: «Αρχίσαμε να παίζουμε με τη φωτιά. Και είμαι εγώ ο ίδιος, που με πλήρη ευθύνη επισημαίνω τον καινούριο μεγάλο εθνικό κίνδυνο, όπως από τον Μάρτιο του 1967 προσπάθησα να προφυλάξω την πατρίδα μου από τον επερχόμενο κίνδυνο της Δικτατορίας. Τότε δεν με άκουσαν ούτε οι Αριστεροί αλλά ούτε και οι Κεντρώοι και οι Δεξιοί.» γράφει  ο Μίκης Θεοδωράκης, ενώνοντας κι αυτός τη φωνή του με τις φωνές όλων που καταγγέλλουν, ψιθυριστά ή φωναχτά, εδώ και μήνες, ή μάλλον χρόνια την κυβέρνηση για προσπάθεια κατάλυσης της δημοκρατίας.

Πολύ φοβάμαι όμως πως σε τίποτα δεν επηρέασε η παρέμβαση αυτή. Έγινε, νομίζω, αντιληπτή μόνο από αυτούς που έτσι κι αλλιώς συντάσσονται με την κραυγή αυτή. Κάποιοι αντέδρασαν ίσως και με κάποια σκωπτικότητα, λόγω της προηγούμενης σθεναρής υποστήριξης που προσέφερε ο μεγάλος συνθέτης στον κ. Τσίπρα. Δυστυχώς.

Και αυτό γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ακυρώσει ή απαξιώσει τα πάντα πια, όλες τις συλλογικότητες, τους θεσμούς αντιπροσώπευσης, προοδευτικές προσωπικότητες που συντάχθηκαν με το λεγόμενο αντιμνημονιακό μέτωπο σε προγενέστερες φάσεις. Το μόνο που έχει μείνει πια είναι ο ατομικός φόβος. Και ο φόβος σε αδρανοποιεί, κυρίως αν νιώθεις πως είσαι μόνος.

Τα πολιτικά κόμματα σαν υπνωτισμένα μένουν ακίνητα, φιλοτεχνώντας το προφίλ των αρχηγών τους, σε μια προσπάθεια διατήρησης των δομών τους ακολουθώντας πιστά τη λογική του Χατζηαβάτη: «θα φωνάξουν, θα μας δείρουν, θα ιδρώσουν, θα κρυώσουν, θα πάθουν πνευμονία, θα πεθάνουν»....κι έτσι θα έρθει η σειρά μας, και θα πάρουμε την εξουσία. Άλλος μικρότερη, κι άλλος μεγαλύτερη. Άλλος για να σμιλεύσει πρωθυπουργικό προφίλ, άλλος για να διασφαλίσει την αρχηγία στο κόμμα του, άλλος για να εξασφαλίσει την είσοδο στη Βουλή. Αδιάφορα και οπωσδήποτε κατώτερα των περιστάσεων προτάγματα για τους πολίτες και την πατρίδα μας, αυτή την περίοδο.

Και δείχνουν να μην έχουν καταλάβει πως στο μη- κράτος Τσίπρα, δεν υπάρχει πια τίποτα για να θυμίζει τις παλαιές δομές, ούτε η Ιστορία γράφεται γραμμικά σώνει και καλά.

Η Δημοκρατία μας κινδυνεύει όσο δεν γίνεται κατανοητό πως ένα είναι το μέτωπο, αυτό της Δημοκρατίας έναντι στο Εθνικολαϊκισμό, και πως σε αυτό πρέπει να στρατευθούμε. 


Και καθώς σήμερα είναι ο δεύτερος γύρος των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, θα ήταν καλό να ξέρουμε τι βλέπουμε στις οθόνες μας. Βλέπουμε έναν υποψήφιο που ξεκίνησε μόνος, με αρχικά ανύπαρκτες προσδοκίες, σε σύγκρουση με τα  κόμματα, έξω από τις παραδοσιακές δομές και διαιρέσεις, να δίνει δίχως φόβο τη μάχη για τη Δημοκρατία απέναντι στον εθνικολαϊκισμό. Και θα τα καταφέρει. Θα τα καταφέρει γιατί το διακύβευμα είναι Ιστορικό.

* Δημοσιεύεται στο Capital.gr 

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Στηρίζει η ελληνική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ τις δολοφονίες στη Βενεζουέλα;

Διαβάζω στην ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ που εκδόθηκε εχθές, Παρασκευή: «Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εκφράσει την ανησυχία του για την κλιμάκωση της βίας στη Βενεζουέλα, για την οποία μεγάλη ευθύνη έχει η αντιπολίτευση». Ορίστε;

Η σχετική ανακοίνωση εκδόθηκε στις  21/4 (ανήμερα της μαύρης επετείου) στις 9 το βράδυ (και τι ώρα!) ως σχόλιο στο αίτημα της ΝΔ που κατατέθηκε την Πέμπτη, για σύγκληση της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής σχετικά με την κατάσταση στην Βενεζουέλα.

Μέρες τώρα παρακολουθούμε στα μέσα ενημέρωσης τις πολυπληθείς διαδηλώσεις που γίνονται στη Βενεζουέλα εναντίον του καθεστώτος Μαδούρο, ζητώντας του να προκηρύξει εκλογές, μετά την προσπάθεια αφαίρεσης των αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου από το Ανώτατο Δικαστήριο. Παρακολουθούμε παγωμένοι τις εικόνες με τους δολοφονημένους διαδηλωτές, νέα παιδιά, από ελεύθερους σκοπευτές, και τα τανκς στους δρόμους. Διαβάζουμε στα ρεπορτάζ τις συνήθεις δηλώσεις που κάνουν οι δικτάτορες, περί πραξικοπήματος που επιχειρεί η αντιπολίτευση κτλ....η ίδια ρητορική πάντα και παντού.

Μια σκέψη υπάρχει ίσως στο μυαλό όλων μας για τις ιδιαίτερες σχέσεις της κυβέρνησης Τσίπρα – Καμμένου με το καθεστώς Μαδούρο. Άλλωστε προσφάτως αποκαλύφθηκε το ταξίδι του Νίκου Παππά  στη Βενεζουέλα με τον διαβόητο Μοφέτ Χαλίλ και τον δικηγόρο των offshore Αρτέμη Αρτεμίου, και από την συζήτηση στη Βουλή μάθαμε πως πολλά άλλα δεν γνωρίζουμε για τις στενές επαφές του ΣΥΡΙΖΑ με τον Μαδούρο!

Εντάξει, ήταν και κάποιος  που από το βήμα της Βουλής εξυμνούσε το καθεστώς Μαδούρο, ως παράδεισο επί της γης, θυμίζοντας μας παλαιότερες αποθεωτικές δηλώσεις Τσίπρα για Μαδούρο, όμως δύσκολα μπορούσε κανένας συμπολίτης μας να πιστέψει πως η ελληνική κυβέρνηση στηρίζει τις δολοφονίες που διαπράττει το καθεστώς Μαδούρο.

Δυστυχώς, σφάλαμε.

Με επίσημη ανακοίνωσή του το κυβερνών κόμμα πείθει και τον κάθε καλοπροαίρετο ή δύσπιστο πολίτη. Ξεκάθαρα ο ΣΥΡΙΖΑ παίρνει θέση υπέρ της «νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης της χώρας», όπως αναφέρει το δελτίο τύπου, υιοθετώντας τη ρητορική Μαδούρο περί ευθυνών της αντιπολίτευσης:
«Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εκφράσει την ανησυχία του για την κλιμάκωση της βίας στη Βενεζουέλα, για την οποία μεγάλη ευθύνη έχει η αντιπολίτευση, και θεωρεί ότι είναι απαραίτητη η εκτόνωση της έντασης και ο διάλογος μεταξύ της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης της χώρας και των κομμάτων της αντιπολίτευσης». 

Και κάπως έτσι όλα αποκτούν άλλες διαστάσεις, τρομακτικές. Τα εγκώμια Τσίπρα και λοιπόν κομματικών στελεχών για Μαδούρο, τα ταξίδια Παππά στη Βενεζουέλα, οι μυστικές επισκέψεις... Και το ερώτημα πλέον κραυγάζει: Τι είναι αυτό που ωθεί την ελληνική κυβέρνηση, ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, να στηρίζει ακόμα και σήμερα τον Μαδούρο; Μόνη χώρα εμείς, στην ΕΕ. Ποια είναι αυτά τα συμφέροντα ( εθνικά βεβαίως ) που εξυπηρετήθηκαν ή και εξυπηρετούνται ώστε απροκάλυπτα  ο ΣΥΡΙΖΑ να στηρίζει τον Μαδούρο και τις δολοφονίες που διαπράττει;

Όσον αφορά δε το περιεχόμενο του αιτήματος της ΝΔ για τη σύγκλιση της επιτροπής είναι ίσως άστοχο. Ναι, είναι άστοχο να ζητήσεις να συγκληθεί μια επιτροπή στη Βουλή για να εξετάσει τι συμβαίνει σε μια άλλη χώρα. Δεν είσαι ο ΟΗΕ. Το αίτημα όμως που θα έπρεπε να κατατεθεί και πρέπει να κατατεθεί από όλη την αντιπολίτευση και κάθε πολίτη ξεχωριστά, είναι η πολύ απλή και τρομακτική φράση: Γιατί, κ. Τσίπρα, στηρίζει η ελληνική κυβέρνηση τις δολοφονίες αμάχων διαδηλωτών από το καθεστώς Μαδούρο;  


Η ιδεοληψία δεν μπορεί να είναι η μόνη απάντηση, πια. Ούτε η εξίσου τραγική αποστροφή της ανακοίνωσης του ΣΥΡΙΖΑ ότι η αντιπολίτευση  δεν ενδιαφέρεται  για το τι συμβαίνει στην Παραγουάη από μια δεξιά κυβέρνηση, ενώ αντιδρά για αυτά που συμβαίνουν στη Βενεζουέλα! Βεβαίως να δείξουμε ευαισθησία και για την Παραγουάη. Ποιός σκέφτηκε όμως τον περίεργο συμψηφισμό Βενεζουέλας - Παραγουάης;  Ο ΣΥΡΙΖΑ μας  λέει   έτσι  ψυχρά ότι είναι έτοιμος να καταδικάσει γεγονότα που αφορούν την «δεξιά»  Παραγουάη,  αλλά όχι γεγονότα  που αφορούν την «αριστερή» Βενεζουέλα ! Ολοένα και χειρότερα δηλαδή.

* Δημοσιεύεται στο Capital.gr